Gerrit Bekker, Το χρώμα της σκιάς

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη 
Επίμετρο: Arnulf Conradi 
Σχήμα: 15,5 x 23,5 εκ.
Σελίδες: 304 
Bιβλιοδεσία: μαλακή 
Α΄ έκδοση: Δεκέμβριος 2016
ISBN: 978-618-5212-12-4 
Τιμή: 20,00 € 
 
Online παραγγελία

Βραβείο Mara-Cassens 
πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 
μυθιστορήματος στον γερμανόφωνο χώρο

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ της μεταπολεμικής Γερμανίας, ο Ελληνογερμανός ζωγράφος, πεζογράφος και ποιητής Γκέρριτ Μπέκκερ, συστήνεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, με το σπουδαιότερο ίσως μυθιστόρημά του, το Χρώμα της σκιάς: από τη μία η μεταπολεμική Γερμανία των παιδικών χρόνων και των πρώτων αναμνήσεων, ως παιχνίδι των σκιών, και από την άλλη η φωτεινή Ελευσίνα μιας ανήσυχης εφηβείας — δύο κόσμοι, δύο πραγματικότητες, που αποτυπώνονται με δύο διαφορετικά γλωσσικά ύφη σε πρώτο και δεύτερο μέρος, μα πάντως με γλώσσα ποιητική και κυρίως ζωγραφική. Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, συμπάσχει και συμπαθεί αυτό το μικρό παιδί που ενηλικιώνεται ακροβατώντας σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς, ώς την αποκρυστάλλωση του Εγώ και τη γέννηση του ζωγράφου. Ο Μπέκκερ γράφει με τα χρώματα, δημιουργεί με τις σκιές  το μυθιστόρημά του συνιστά μία από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις όπου το χρώμα γίνεται λόγος.

«Πότε πότε, ο πατέρας μιλούσε και για τη χώρα της μαμάς. Για τον καυτό ήλιο του μεσημεριού, τη μάργα του εδάφους που αιωρούνταν ως σημαία σκόνης πάνω από τα χωράφια και τους αφρόντιστους δρόμους, για σπίτια και εισόδους δίχως τάξη και για ερειπωμένους ναούς ανά πέντε βήματα, κάτι σαν εκκλησίες, όπου μικρές, αποστεωμένες γάτες γλιστρούσαν ανάμεσα από τα απομεινάρια κιόνων και άλλα χαλάσματα. Όλοι σχεδόν οι άντρες είχαν όψη και ρούχα ατημέλητα, παπούτσια με τα τακούνια φαγωμένα και χέρια λιγδιασμένα. Όταν κάποιες φορές δεν τακτοποιούσα τα πράγματα αφότου τα χρησιμοποιούσα, ή όταν άφηνα τα παπούτσια μου πεταμένα όπως τύχει, ή όταν ήταν όλα άνω-κάτω στη σάκα μου, τότε ο πατέρας έλεγε πως ήμουν σαν εκείνους εκεί κάτω. Κι εγώ με έβλεπα σε μια κοινωνία μελαχρινών που ξάπλωναν κοντοπόδαροι κάτω από δέντρα -καθένας γύρω στα πέντε πορτοκάλια στην κορυφή του κεφαλιού- και κοιμούνταν στον ίσκιο. Ήταν άνθρωποι που εργάζονταν απρόθυμα και δεν γνώριζαν τι θα πει «τάξη». Κι εγώ έφριττα με τα τόσα πορτοκάλια κι απορούσα ξανά για τη χώρα της μαμάς.

»Όταν, όμως, διηγιόταν η μητέρα, μιλούσε για τη θάλασσα που ηρεμούσε κάτω από έναν γαλανό, ήρεμο και πάντοτε ασυννέφιαστο ουρανό και για ανθρώπους που γνώριζαν το νερό, τα ψάρια, τα άγρια βουνά, αλλά και για παλιούς άντρες που ο λόγος τους μετρούσε και σήμερα ακόμη, κι ανέφερε κάποια ονόματα. Ένας από αυτούς λεγόταν Αισχύλος και ήταν από το χωριό της.»

Ο Μπέκκερ αφιερώνει το βιβλίο στην Ελληνίδα μητέρα του από την Ελευσίνα.

Κριτικές
Ανθούλα Δανιήλ, Παρουσίαση του μυθιστορήματος
Άκης Παπαντώνης, Η μάυρη και η λευκή σκιά της μνήμης