Επιστολή του εκδότη

Η ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ, Ο ΡΙΛΚΕ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Οι Εκδόσεις Περισπωμένη γεννήθηκαν την εποχή που μετέφραζα τις περίφημες Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε. Θα προσπαθήσω αργά αργά να ανασυνθέσω , για μένα τον ίδιο, το πώς. Το πώς αυτό ριζώνει στο ακαθόριστο αίσθημα που αντλούσα από την ποίηση αυτή — ή ακριβέστερα: το ακαθόριστο αίσθημα στο οποίο με βύθιζε.
     Η σχέση μου βέβαια με τον Ρίλκε ξεκινά ήδη από τα χρόνια της αναγνωστικής μου εφηβείας. Μου επιβλήθηκε ευθύς. Σε εκείνη την όχι και τόσο μακρινή εποχή, όταν ολόκληρος ο κόσμος έπασχε σαν ανεκπλήρωτος έρωτας πάνω από τον γκρεμό των μυστηρίων, σε εκείνη την πρόσφορη ψυχική γη ο Ρίλκε προσήλθε σιωπηλός, με τις βαριές φτερούγες του Υψηλού σεμνά χαμηλωμένες πίσω από μιαν αλλόκοτη όψη ποιητικής εγκαρτέρησης. Ήταν ο ποιητής ο ολοσχερώς αφιερωμένος στην ποίηση, με ένα τρόπο σχεδόν μαρτυρικό. Άρα, με έναν τρόπο απόλυτο· συνυπογράφοντας, θα ’λεγε κανείς, την προγενέστερη διατύπωση του Νοβάλις: «Η ποίηση είναι το αληθινά απόλυτο πραγματικό. Αυτό είναι το βάθος της φιλοσοφίας μου». Ο Ρίλκε μου έδειχνε πως η ποίηση είναι το βύθισμα του νου και τη ψυχής μες στον αόρατο θεό των πραγμάτων.
     Όταν, έπειτα από αρκετά χρόνια, καταπιάστηκα με τη μετάφραση των Ελεγειών, κατάλαβα ότι πλέον δεν είχα να κάνω με λογοτεχνία, με την αυταρέσκεια και τις συμβάσεις της, με το μικρόκοσμο των μυημένων της λεπταισθησίας. Αλλά με κάτι που μας έφερνε αντιμέτωπους με την κοσμική μας μοίρα. Σαν να βρισκόμαστε ένα πρωί έτοιμοι για το ταξίδι: ο ήλιος δεν έχει ακόμη σηκωθεί, το πλοίο είναι στο λιμάνι και περιμένει, οι φορεμένες συνήθειες ξέρουν ότι θα μείνουν σ’ αυτή την ακτή ενώ στην άλλη κάτι μας περιμένει που η έλξη του μας γίνεται αισθητή σαν ένα σφίξιμο και μια παράξενη εγρήγορση. Πολύ γρήγορα το αίσθημα αυτό πήρε μια χροιά νοσταλγίας — σαν να ήθελα να ζούσα την εποχή του Ρίλκε. Αυτή η νοσταλγία εξηγεί, σκέφτομαι εκ των υστέρων, και τις επιδράσεις της αισθητικής του Jugendstil — που δεν είναι οι μόνες, αλλά ξαναήρθαν δυναμικά στην επιφάνεια με τη δημιουργία της νέας σειράς των Φυλλαδίων της Περισπωμένης. Λέω ήρθαν στην επιφάνεια καθώς συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο πόσο η όλη διαδικασία συντελέσθηκε σχεδόν εν αγνοία μου στα βάθη της φαντασίας που είχε αναταράξει το άγγιγμα του Ρίλκε.
     Εκεί λοιπόν γεννήθηκε η Περισπωμένη — όχι γιατί ήθελα να εκδώσω τον εαυτό μου (η μετάφραση των Ελεγειών ήταν το πρώτο βιβλίο της Περισπωμένης). Αλλά γιατί η νοσταλγία που είχε ξυπνήσει μέσα μου αντιδρούσε στη μετατροπή των βιβλίων σε χρηστικά αντικείμενα, όπως αντιδρούσε στη μετατροπή των ψυχικών διαδρομών, στις οποίες μας καλεί η μεγάλη λογοτεχνία, απλώς σε περιεχόμενο πληροφοριών. Να γιατί μια σειρά τις Περισπωμένης φέρει τον τίτλο Διαδρομές. Η θέση του βιβλίου ως ένα αρχείο πληροφοριών είναι δεδομένη στον κόσμο μας και η αξία τους δεν αμφισβητείται. Μήπως αρχίζουν όμως να μας λείπουν τα βιβλία που είναι πόρτες προς τα ανεξερεύνητα βάθη του εαυτού μας και της συνείδησής μας; Γιατί αυτά υπάρχουν πάντα κάτω από την παχιά κρούστα των συνηθειών — αυτό μου έδειχνε η ποίηση του Ρίλκε. Και να γιατί μια σειρά της Περισπωμένης έχει τον τίτλο Vita nuova, και τη φιλοδοξία να περιέχει κείμενα που να βγαίνουν από έναν ψυχισμό χλωρό, ή αναγεννημένο, τέτοιον δηλαδή που είτε δεν έχει ακόμα την κρούστα των συνηθειών είτε την έχει αποβάλει.
     Παρακινημένος λοιπόν από τέτοια ακαθόριστα στην αρχή αισθήματα θέλησα να φτιάξω βιβλία που να σε προσκαλούν όχι να τα χρησιμοποιήσεις, αλλά να περάσεις μαζί τους ορισμένο χρόνο της ζωής σου. Πράγμα που σημαίνει —και αυτή είναι, το δίχως άλλο, η άλλη όψη της νοσταλγίας που με διακατείχε— όχι βιβλία που να διασκεδάζουν γεμίζοντας έναν κενό χρόνο, αλλά βιβλία που να πυκνώνουν το χρόνο συγκεντρώνοντας τις πνευματικές μας δυνάμεις.
     Πολύ αργότερα έμαθα (ένας λόγος ακόμα για τον οποίο μπορώ να ξαναπώ το αρχικό μου συναίσθημα ακαθόριστο) ότι ο Ρίλκε ο ίδιος, γράφοντας κάποτε στον εκδότη του, περιέγραφε πώς ήθελε να είναι τα βιβλία του για να έχει κανείς την αίσθηση ότι δεν προορίζονται για το ράφι της βιβλιοθήκης αλλά για σύντροφοι ζωής. Γι’ αυτό και στην Περισπωμένη τα εκλεκτά χαρτιά γραφής, τα ειδικά χαρτιά των εξωφύλλων, τα τυπογραφικά κοσμήματα, οι βινιέτες, οι δίχρωμες εκτυπώσεις, η εμμονή σ’ έναν διάλογο με τους κανόνες της κλασσικής τυποτεχνίας και τις εμπνοές των παλαιών τυπογράφων της Δύσης, δεν αποτελούν απλώς πολυτέλεια. Άλλωστε, στην ψηφιακή εποχή, που βρίθει εικονικά υποκατάστατα και η πληροφόρηση είναι διαρκής και καταιγιστική, με δεδομένο τον «θόρυβο» της «διανοητικής αφθονίας» και την προσβασιμότητα στην κάθε του σελίδα, το έντυπο βιβλίο οφείλει περισσότερο από ποτέ να δικαιολογεί την παρουσία του ως ολοκληρωμένο και αναντικατάστατο πνευματικό αγαθό.
     Την αντίληψη αυτή για το βιβλίο θα έλεγα ότι την εκφράζει ιδανικά το δεύτερο βιβλίο της Περισπωμένης, οι Ύμνοι στη Νύχτα του Νοβάλις —ένα ακόμη καθοριστικό ανάγνωσμα της πρώιμης νεότητάς μου που ευτύχησα να εκδώσω. Θυμάμαι λοιπόν ένα κείμενο —ο ίδιος ο συγγραφέας του το αποκαλούσε νουβέλα—, βαθύτατα επηρεασμένο από τους Ύμνους στη Νύχτα, ειδικά από τον πρώτο. Δεν ξέρω αν από αυτό γνώρισα τον Νοβάλις — πάνε κοντά είκοσι χρόνια από τότε που αντέγραφα αποσπάσματα από τον Τριστάνο του Τόμας Μάν, προσπαθώντας να δημιουργήσω τα πρώτα μου υποτυπώδη βιβλίδια… Λίγο πριν ή ίσως λίγο μετά —τι σημασία έχει;— ανακάλυψα τους Ύμνους, στη μετάφραση του Πολίτη, βιβλίο που έμελλε να πάρει τη θέση ευαγγελίου κάτω από το νυχτερινό μου προσκεφάλι. Έκπληκτος, ενθουσιασμένος, αποκήρυττα το φως κι επαναλάμβανα: «Όμως αλλού στρέφομαι τώρα — στην αγία, την ανείπωτη, την απόκρυφη Νύχτα». Από παράφορα ερωτικοί έως βαθιά θρησκευτικοί, οι Ύμνοι αποκρυσταλλώνουν την έσχατη αγωνία του Νοβάλις να αναπλάσει ποιητικά την πραγματικότητα, να μετασχηματίσει σε ποιητική πράξη το ίδιο το ρομαντικό ιδεώδες, να φτάσει έως την έσχατη ταύτιση:

 

Die Welt wird Traum, der Traum wird Welt
(Ο κόσμος γίνεται όνειρο, τ’ όνειρο γίνεται κόσμος)

 

Την αίσθηση ότι το διακύβευμα είναι η κοσμική μας μοίρα, τον ίλιγγο ενός άλματος στο κενό χωρίς το προστατευτικό δίχτυ της αυταρέσκειας των φιλολογικών μικροκόσμων λίγες λογοτεχνίες το δημιουργούν τόσο όσο η γερμανική. Δεν το λέω για να υποτιμήσω τις άλλες — πρέπει λοιπόν να προσπαθήσω κάπως να το εξηγήσω πρώτα σ’ εμένα. Λέω λοιπόν ότι ίσως είναι επειδή η γερμανική λογοτεχνία —όπως η κοινωνία που την γέννησε, και σκέφτομαι κυρίως τον 19ο αιώνα— είχε απελευθερωθεί αρκετά από την αυτονομημένη συλλογική φαντασία της λαϊκής δημιουργίας, χωρίς να έχει ακόμα φτάσει στην αστική σύμβαση. Δεν εκφράζεται μέσα της μονόπλευρα η συλλογική φαντασία, εκφράζεται όμως αρκετά για να της δίνει την κοσμική διάσταση· ούτε μονόπλευρα η αστική διαφοροποίηση, σε βαθμό που να φτάνει ώς την ανούσια αυταρέσκεια των λογοτεχνικών μικροκόσμων για τους οποίους μίλησα, εκφράζεται όμως αρκετά για να επιτρέπει την ανάδυση των ατομικών φωνών. Από τον Σιλέσιο ώς τον Τρακλ βλέπει κανείς τα άκρα του φάσματος που περιγράφω έτσι δοκιμαστικά. Και τι να πει κανείς για την ενδιάμεση μαγεία του Χαίλντερλιν και του Νοβάλις, πηγή μόνιμου θάμβους για όσους εντρυφούν in rebus germanicis;
     Αυτό το θάμβος θέλει να εξηγήσει, χωρίς να το μειώσει καθόλου, μια φιλόδοξη νέα σειρά βιβλίων που να δείχνουν στον Έλληνα αναγνώστη πώς προχώρησε το γερμανικό πνεύμα μέσα από την παράλληλη κίνηση φιλοσοφίας και ποίησης, όπως την βλέπουμε σε κάποια εμβληματικά ζεύγη: Καντ και Σίλλερ, Σέλλινγκ και Χαίλντερλιν, Φίχτε και Νοβάλις ξεδίπλωσαν το φάσμα όχι της γερμανικής ψυχής αλλά της ψυχής απλώς, έτσι που να είναι αδύνατο να μην μας αφορούν. Αυτές τις σχέσεις, αυτές τις παράλληλες κινήσεις θα αναλάβει να αναδείξει, στα πλαίσια αυτής της νέας σειράς, ένας λαμπρός εκπρόσωπος του ποιητικού στοχασμού, ο Χρήστος Μαρσέλλος, προσωπικός φίλος και βασικός συνεργάτης της Περισπωμένης.
     Όταν αναφέρομαι στον Σιλέσιο, αναφέρομαι βέβαια στον Χερουβικό οδοιπόρο, αυτές τις σύντομες, ευθύβολες ανταποκρίσεις από την έσχατη πραγματικότητα του κόσμου, που κυκλοφόρησαν το 2013 από την Περισπωμένη, για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, σε μετάφραση ενός άλλου φίλου και βασικού συνεργάτη του εκδοτικού, του Θανάση Λάμπρου. Ο ίδιος κατάφερε να μεταφέρει την κοσμική ευγένεια και τη στοιχειωμένη μουσική της ποίησης του Τρακλ, σε έναν επετειακό τόμο που κυκλοφόρησε το 2014 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από τον θάνατο του ποιητή, ενώ το 2018 αναμένεται, πάλι σε μετάφραση του Θανάση Λάμπρου, όλος σχεδόν ο Χαίλντερλιν, μαζί με τα ποιήματα της τρέλας, που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
     Και έπεται συνέχεια. Γιατί, για να θυμηθώ και πάλι τον Ρίλκε, με ένα απόσπασμα από την αλληλογραφία του, «ο θαυμασμός με τον οποίο η τέχνη ξεχύνεται στα πράγματα πρέπει να είναι τόσο ορμητικός, τόσο δυνατός, τόσο λαμπρός, που να μην αφήνει χρόνο στο αντικείμενο να αναλογιστεί την ασχήμια ή τη φθορά του».
     Αυτό το φάσμα στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω εξηγεί και την παρουσία νεώτερων δημιουργών, όπως του ζωγράφου και συγγραφέα Γκέρριτ Μπέκκερ, μέσα στις εκδόσεις της Περισπωμένης, δίπλα στους μεγάλους κλασικούς. Γιατί το μεγάλο κοσμικό ποτάμι της συλλογικής φαντασίας για να αρδεύσει την γη που κατοικούμε πρέπει να διακλαδωθεί στα ρυάκια των ατομικών φωνών — φτάνει και πάλι, για να πω ό,τι είπα και πριν με μια άλλη μεταφορά, το νερό να μην πάψει να κυλάει. Όχι μόνο για να φτάσει πιο μακριά και να αρδεύσει περισσότερη γη. Αλλά γιατί τα στεκούμενα νερά πρέπει να φοβόμαστε — και μάλιστα σε εποχές που είμαστε τόσο διψασμένοι.

 

Σ.Σ.
Απρίλιος 2017