Χρήστος Μαρσέλλος, Pallaksch I

Pallaksch_ExΣελίδες: 72
ISBN: 978-618-81408-1-3
Βιβλιοδεσία: μαλακή
Σχήμα: 15 x 20 εκ.
Α΄ έκδοση: Ιούνιος 2014
Τιμή (με ΦΠΑ): 8,50 €

Online παραγγελία 

ΕΝΑΣ ΤΟΜΟΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΩΝ, που συνόδευσαν θεατρικές παραστάσεις του Περικλή Μουστάκη, και που θέλουν να δικαιώσουν έμπρακτα τη διακήρυξη του ποιητή Έλιοτ ότι, όταν μια φιλοσοφική θεωρία περνάει στην τέχνη, με μια έννοια παύει να είναι αληθής ή ψευδής και με μια άλλη έννοια έχει ήδη αποδειχθεί ― και που γι’ αυτό δανείζονται ως τίτλο τους μια έκφραση του Χαίλντερλιν από τον καιρό της τρέλας του, που δήλωνε το ναι και το όχι συγχρόνως: Pallaksch…

«Έπεσε η νύχτα· Νυκτιπόλος, όπως οι Βάκχες του θεού του, αφουγκράζεται. Όποιος έτσι περιπλανάται μέσα στη νύχτα και αφουγκράζεται τους ήχους της, δεν προεκτείνει μέσα της τη δραστηριότητα της μέρας, δεν είναι ξύπνιος για κάποιον λόγο, απλώς δεν κοιμάται, γρηγορεί. Ζει τη νυκτερινή διάσταση του κόσμου. Που ως μία και μοναδική, έχει ετούτο το ιδιαίτερο: Αν η μέρα δείχνει τα πράγματα στις γεωγραφικές τους συντεταγμένες, η νύχτα τα δείχνει στις ψυχικές τους συντεταγμένες. Η μέρα είναι χώρος, η νύχτα είναι χρόνος. Η νύχτα, η μία όλων των ημερών, προβάλλει στο φασματοσκόπιο του χρόνου ό,τι οι μέρες κατέγραψαν και καταγράφουν. Το σήμερα της νύχτας είναι η δεξαμενή όπου κατατίθενται όλες οι εγγραφές και συναιρούνται οι διαστάσεις του χρόνου […]. Έχει μέσα του λοιπόν, σε επαμειβόμενες προσχωματώσεις, στρώματα ψυχικά του χθες και σώματα ψυχικά του αύριο. Γι’ αυτό και στη συνείδηση που γρηγορεί μέσα στη νύχτα του κόσμου οι νυχτερινοί ήχοι φτάνουνε σαν παράξενες φωνές πουλιών, εκείνων που στα σπλάχνα τους διάβαζε άλλοτε ο μάντης τις εγγραφές του παρελθόντος και προφήτευε τα μελλούμενα. Και τι λένε; Λένε ότι η φρίκη της υπάρξεως δεν έχει ακόμα οριστικά δώσει τη θέση της στην αγαλλίαση της υπάρξεως, ότι τα εγκαύματα της μνήμης πονάνε ακόμα, ότι ο καιρός της οδύνης διαρκεί. Αλλά λένε επίσης ότι η ψυχή αισθάνεται το Αρκετόν, αισθάνεται πως η εμπλοκή σ’ αυτόν τον κόσμο της αλλοτρίωσης, οι αταβισμοί του παρελθόντος που δεν λέει να παρέλθει οριστικά, δεν θα έχουν τον τελευταίο λόγο. Κι αν δεν τον ξέρουν, την αθωότητα του μέλλοντος απεργάζονται όσοι για λίγο αγκυροβολούνε στους πιο απάνεμους κόλπους της φύσης, στους τόπους της αγαλλίασης, και αντλούνε από ένα ηδονικό και διεσταλμένο σήμερον την πλησμονή του επιλήσμονα του κακού χθες, και που ήδη ονειρεύεται το καλό αύριο – άλλος αυθόρμητα και χωρίς σκέψη, άλλος επειδή η ορμή της ζωής μέσα του είναι, ακόμα, απερίσταλτη, άλλος πάλι, τέλος, με κείνη την εμπιστοσύνη του απελπισμένου που, μην έχοντας τίποτα πια να χάσει, μπορεί για όλα απλώς να ελπίζει.» (σ. 26-27 από το βιβλίο, ξυλογραφία: František Kobliha, 1912)

 

 

 

Το Δελτίο Τύπου (PDF)

Εξώφυλλο (εικόνα υψηλής ανάλυσης)